Στη σημασία της συνεχούς προσέλκυσης επενδύσεων που δημιουργούν πραγματική προστιθέμενη αξία για την οικονομία και την κοινωνία αναφέρθηκε η τ. Υφυπουργός Υποδομών και Μεταφορών, Βουλευτής ΝΔ Αχαΐας, Χριστίνα Αλεξοπούλου, κατά την τοποθέτησή της στη Βουλή επί του νομοσχεδίου του Υπουργείου Ανάπτυξης.

Όπως τόνισε, στόχος είναι τα κεφάλαια που έρχονται στη χώρα να μετατρέπονται σε παραγωγή, νέες θέσεις εργασίας, καλύτερους μισθούς και μεγαλύτερο διαθέσιμο εισόδημα, επισημαίνοντας ότι το νέο πλαίσιο για τις Άμεσες Ξένες Επενδύσεις θεσπίζει συγκεκριμένους κανόνες, κίνητρα και διαδικασίες.

Η κα Αλεξοπούλου αναφέρθηκε στην πορεία της ελληνικής οικονομίας, υπογραμμίζοντας ότι ο όγκος των επενδύσεων αυξήθηκε κατά περίπου 60% από το 2019 έως το 2024, ενώ οι άμεσες ξένες επενδύσεις από περίπου 4,1 δισ. ευρώ το 2019 έφτασαν τα 12 δισ. ευρώ το 2025, σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος.

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην Αχαΐα, σημειώνοντας ότι διαθέτει ισχυρό Πανεπιστήμιο, σημαντικό επιστημονικό δυναμικό, επιχειρήσεις, λιμάνι και σύγχρονες οδικές υποδομές και, συνεπώς, τις προϋποθέσεις για να διεκδικήσει ακόμη μεγαλύτερο μερίδιο από τη νέα αναπτυξιακή δυναμική.

Παράλληλα, στάθηκε στις δυνατότητες που δημιουργούν η καινοτομία και η τεχνητή νοημοσύνη, επισημαίνοντας ότι μπορούν να συμβάλουν και στη μείωση των αναπτυξιακών ανισοτήτων μεταξύ κέντρου και Περιφέρειας.

Κλείνοντας, η Χριστίνα Αλεξοπούλου υπογράμμισε ότι η χώρα χρειάζεται συνέχιση των αλλαγών, σταθερότητα και καθαρές επιλογές, με ένα Κράτος που θέτει σαφείς κανόνες και τους εφαρμόζει με τον ίδιο τρόπο για όλους.

 

Ακολουθεί ολόκληρη η ομιλία της Χριστίνας Αλεξοπούλου:

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

   Οι επενδύσεις έρχονται όταν μια χώρα εμπνέει εμπιστοσύνη. Δεν έρχονται ούτε με προσκλήσεις, ούτε με ευχολόγια. Αυτή είναι μία από τις σημαντικότερες αλλαγές που έχουν συντελεστεί στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια.

   Η χώρα μας έχει ξανακερδίσει την αξιοπιστία της. Διαθέτει πολιτική και οικονομική σταθερότητα, έχει ανακτήσει την επενδυτική βαθμίδα και μπορεί πλέον να προσελκύει κεφάλαια σε τομείς που δημιουργούν πραγματική προστιθέμενη αξία.

Παραθέτω συγκεκριμένα στοιχεία: Σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, από το 2019 έως το 2024 ο όγκος των επενδύσεων αυξήθηκε κατά περίπου 60%.

Ακόμη μεγαλύτερη είναι η μεταβολή στις άμεσες ξένες επενδύσεις. Από περίπου 4,1 δισ. ευρώ το 2019, έφτασαν το 2025 στα 12 δισ. ευρώ, δηλαδή σχεδόν τριπλασιάστηκαν μέσα σε έξι χρόνια.

Η επενδυτική δραστηριότητα παραμένει ισχυρή και το 2026, με τις άμεσες ξένες επενδύσεις να φτάνουν ήδη στα 7,6 δισ. ευρώ στο πρώτο επτάμηνο του έτους.

   Τίποτα από όλα αυτά δεν ήταν αυτονόητο -ιδιαίτερα για μια οικονομία που πέρασε μια ολόκληρη δεκαετία κρίσης και για μια κοινωνία που πλήρωσε βαρύ κόστος. Χρειάστηκαν: συνέπεια, μεταρρυθμίσεις και καθημερινή σύγκρουση με παθογένειες δεκαετιών που είχαν πλέον γίνει κανονικότητα. Έτσι, μετά από μια δύσκολη και επίμονη προσπάθεια που συνεχίζεται -γιατί κανένας δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι όλα τα ζητήματα λύθηκαν- έχουμε φτάσει σήμερα σε ένα περιβάλλον στο οποίο ο εργαζόμενος, η επιχείρηση, αλλά και ο επενδυτής γνωρίζουν ότι υπάρχουν κανόνες, συνέχεια και προοπτική.

   Πάνω λοιπόν σε αυτή τη βάση, ξέρουμε τι θέλουμε να πετύχουμε. Υπάρχει σαφές σχέδιο: Τα κεφάλαια που έρχονται να μετατρέπονται συνεχώς σε παραγωγή, νέες δουλειές, καλύτερους μισθούς και μεγαλύτερο διαθέσιμο εισόδημα. Σε αυτή την κατεύθυνση κινείται το νομοσχέδιο που συζητούμε σήμερα.

Για πρώτη φορά δημιουργείται ένα ειδικό, συνεκτικό πλαίσιο για τις Άμεσες Ξένες Επενδύσεις, με συγκεκριμένους κανόνες αξιολόγησης, έγκρισης, παρακολούθησης και ολοκλήρωσης των σχεδίων.

   Με απλά λόγια, διαμορφώνουμε ένα καθαρό πεδίο. Γιατί όσοι επενδύουν πρέπει να γνωρίζουν τις προϋποθέσεις, τα κίνητρα, τις διαδικασίες και τους ελέγχους. Και από την πλευρά του, το κράτος οφείλει να έχει σαφείς προτεραιότητες για το είδος της αναπτυξιακής δραστηριότητας που επιδιώκει.

Ουσιαστικά, πέρα από μια απλή εισροή χρημάτων -καθόλα χρήσιμη βέβαια- μας ενδιαφέρει το κεφάλαιο που μένει στην Ελλάδα. Να συνεχίσει να παράγει εδώ, να φέρνει τεχνογνωσία, να ενισχύει την ανταγωνιστικότητα και να δημιουργεί συνεχώς σταθερές θέσεις εργασίας.

Το βάρος πέφτει στη μεταποίηση και στη βιομηχανία, στην έρευνα, στην εφαρμοσμένη καινοτομία και την τεχνητή νοημοσύνη.

   Παράλληλα, προβλέπονται συγκεκριμένα εργαλεία: φορολογικά κίνητρα, ταχύτερη αδειοδότηση και χρηματοδοτικές δυνατότητες, με δικλίδες αξιολόγησης, εποπτείας και διαφάνειας.

   Δημιουργούμε ένα κράτος που διαθέτει δημόσιους πόρους με όρους και δεν ταλαιπωρεί όποιον επιχειρεί. Ένα κράτος γρήγορο εκεί που πρέπει και αυστηρό εκεί που χρειάζεται.

Αυτό είναι το πολιτικό νόημα αυτής της προσπάθειας, καθώς η ανάπτυξη έχει αξία όταν δημιουργεί πραγματικό πλούτο και αυτός επιστρέφει στην κοινωνία, στις επιχειρήσεις, στους εργαζόμενους.

   Από εκεί και πέρα, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι -κι επειδή λίγο νωρίτερα μίλησα για τον πραγματικό πλούτο- υπάρχει μια απλή οικονομική αλήθεια: Κανένας δεν μπορεί να μοιράσει πλούτο που δεν έχει πρώτα παραχθεί. Άρα εδώ, αναδεικνύεται και μια ουσιαστική πολιτική διαφορά με την αντιπολίτευση. Ακούμε συχνά προτάσεις για νέες δαπάνες και παροχές. Κάθε πρόταση, όμως, πρέπει να συνοδεύεται από μια καθαρή απάντηση σε ένα επίσης καθαρό ερώτημα: Ποιος πληρώνει;

Άλλο κοινωνική πολιτική και άλλο ακοστολόγητη υπόσχεση. Άλλο η στήριξη στον πολίτη με μια οικονομία που παράγει έσοδα και άλλο η δέσμευση για χρήματα χωρίς εξήγηση για το που θα βρεθούν.

   Το χθες έχει κάτι να μας διδάξει, γιατί η λήθη του κακού είναι άδεια για την επανάληψή του. Πριν από λίγα χρόνια συζητούσαμε πώς θα σταματήσουμε τα κεφάλαια που φεύγουν από την Ελλάδα. Ζήσαμε κλειστές τράπεζες, περιορισμούς στην κίνηση κεφαλαίων και βαθιά αβεβαιότητα για την επόμενη ημέρα. Σήμερα συζητάμε πώς θα προσελκύσουμε κι άλλα ξένα κεφάλαια για να μπουν στην ελληνική παραγωγή. Τα θυμόμαστε όλα αυτά επειδή η αξιοπιστία μιας χώρας χτίζεται δύσκολα και μπορεί να χαθεί πολύ γρήγορα.

      Η προσπάθεια, βέβαια, δεν σταματά εδώ. Ένα από τα επόμενα βήματα είναι η αναπτυξιακή δυναμική να απλωθεί ακόμη περισσότερο σε ολόκληρη την Ελλάδα.

   Η Αχαΐα έχει κάθε λόγο να διεκδικήσει ακόμη μεγαλύτερο μερίδιο. Διαθέτει ένα ισχυρό Πανεπιστήμιο, σημαντικό επιστημονικό δυναμικό, επιχειρήσεις, λιμάνι και σύγχρονες οδικές υποδομές. Έχει, δηλαδή, τις προϋποθέσεις να αξιοποιήσει τις ευκαιρίες που ανοίγονται και να ενισχύσει ακόμη περισσότερο την παραγωγική της δραστηριότητα.

   Εξάλλου, ιδιαίτερη αναφορά θέλω να κάνω στην τεχνητή νοημοσύνη, η οποία περιλαμβάνεται στους τομείς που έρχεται να ενισχύσει το νέο πλαίσιο. Δεν μιλάμε πλέον για κάτι που αφορά στο μέλλον. Είναι ήδη εδώ και αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο παράγουμε, εργαζόμαστε και επιχειρούμε.

Η Ελλάδα έχει μπροστά της μια μεγάλη ευκαιρία: να επενδύσει στη γνώση και στην καινοτομία και μέσω αυτών να κλείσει κι άλλο την ψαλίδα  της ανάπτυξης μεταξύ κέντρου και Περιφέρειας.

   Στο νομοσχέδιο περιλαμβάνονται, επίσης, επιμέρους παρεμβάσεις που μπορεί αρχικά να φαίνονται τεχνικές, αλλά έχουν μεγάλη σημασία στην πράξη, καθώς απλοποιούν διαδικασίες και διευκολύνουν την καθημερινότητα του πολίτη. Μία από αυτές είναι η δημιουργία του νέου ψηφιακού συστήματος για τις πινακίδες κυκλοφορίας και του μητρώου κατασκευαστών.

Έχουμε ακόμη δρόμο μπροστά μας. Αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχει χώρος ούτε για εφησυχασμό ούτε για επιστροφή σε λογικές που η χώρα έχει πληρώσει ακριβά.

Συνεχίζουμε με σοβαρότητα και καθαρές επιλογές. Για σταθερότητα στη χώρα, την ώρα το διεθνές περιβάλλον είναι αβέβαιο. Διορθώνουμε όσα δεν λειτουργούν, προχωράμε γρήγορα τις αλλαγές που απαιτούνται και προσπαθούμε να απαντάμε στις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας.

Το συγκεκριμένο νομοσχέδιο είναι ένα ακόμη βήμα προς ένα Κράτος που γνωρίζει τι θέλει να προσελκύσει, θέτει τους κανόνες και τους εφαρμόζει με τον ίδιο τρόπο για όλους.

Σας καλώ να το υπερψηφίσουμε για όλους τους παραπάνω λόγους.