Πριν από 61 χρόνια, 193 κράτη υπέγραψαν τη Διεθνή Σύμβαση του ΟΗΕ για τα δικαιώματα του παιδιού. Ήταν η πιο ουσιαστική πράξη αναγνώρισης του κόσμου των μεγάλων, στο δικαίωμα των παιδιών όλου του πλανήτη για την ισότιμη ψυχοκοινωνική υποστήριξη, την παιδεία και την προστασία τους. Ασφαλώς όλα αυτά έγιναν χωρίς να μπορούν να ερωτηθούν τα ίδια τα παιδιά, για το πώς θα ήθελαν να είναι ο κόσμος που ζουν μέσα από τα δικά τους μάτια, χτισμένος με την καρδιά και χωρίς αντάλλαγμα για το κάθε τι.

Αλλιώς θα είχε πιο πολλή αγάπη, θα απέρριπτε τις διαφορές βρίσκοντας μέσα τους κάθε νέο φίλο και όχι έναν εχθρό και θα διπλασίαζε κάθε χαρά,  μοιράζοντας ταυτόχρονα τη λύπη τους. Εάν μετά από όλα αυτά τα χρόνια ρωτήσουμε εμείς οι μεγάλοι τον εαυτό μας τι πετύχαμε κατ’ αρχήν με βάσει αυτό το πλέον αποδεκτό κείμενο για τα ανθρώπινα δικαιώματα παγκοσμίως, σίγουρα θα ανακαλύπταμε πως ότι και εάν έχουμε κάνει, υπάρχει ακόμα τεράστιο έλλειμμα αποφάσεων, παρεμβάσεων και διαθέσιμου χρόνου για την απόλυτη επίτευξη αυτού του σκοπού.

Παρόλα τα Διεθνή Κείμενα προστασίας των παιδιών που επικύρωσαν τη Διεθνή Σύμβαση του ΟΗΕ, σε πολλές χώρες του κόσμου αποτελούν γράμμα κενό περιεχομένου. Εκατομμύρια παιδιά εξακολουθούν να υποφέρουν από φτώχια και στερούνται στοιχειώδους εκπαίδευσης, εκατοντάδες χιλιάδες άλλα υφίστανται τις τραγικές συνέπειες πολέμων, εμφυλίων συρράξεων, οικονομικών καταστροφών και γίνονται θύματα ασθενειών σε όλο τον πλανήτη. Τα στοιχεία και οι αριθμοί είναι αμείλικτοι απέναντι σε κάθε μορφής εφησυχασμό της συνείδησής μας. Τελευταία προστέθηκε σύμφωνα με την έκθεση του ΟΗΕ για την παιδική ηλικία και η απειλή των συνεπειών της κλιματικής αλλαγής, με πρώτα τα παιδιά του λεγόμενου τρίτου Κόσμου, της Αφρικής και της Ασίας.

Τα παιδιά τα αγαπάμε γιατί είναι κομμάτια της ψυχής μας, του εαυτού μας και της ζωής μας. Είτε είναι δικά μας, είτε είναι των άλλων, είτε είναι σαν δικά μας. Είναι και πρέπει να είναι η ελπίδα της καλυτέρευσης του αύριο για τις κοινωνίες και τους λαούς όλου του κόσμου. Το να μεταφέρουμε στα παιδιά τις αδυναμίες και τις ανισσοροπίες της δικής μας ζωής και των δικών μας επιλογών, είναι εκτός από τραγικό και η υποθήκευση του μέλλοντός μας.

Η Κυβέρνηση με τη σχετική νομοθεσία για την αναδοχή και την υιοθεσία, έκανε ακόμη ένα βήμα μπροστά, στην κατεύθυνση του να έχει κάθε παιδί τη δική του οικογένεια. Με νέες νομοθετικές ρυθμίσεις, εξασφάλισε μετά από 37 χρόνια ένα πιο ασφαλή τρόπο ζωής του παιδιού με τους διαζευγμένους γονείς, μέσα από την από κοινού γονική μέριμνα και δημιούργησε νέες πραγματικότητες για τα παιδιά, με τις αλλαγές στο οικογενειακό δίκαιο που έχουν γνώμονα το συμφέρον τους και την προστασία τους.

Δεν αρκούν όμως μόνο οι νόμοι και οι ευθύνες του κράτους και της πολιτείας. Χρειάζεται να γίνει η ίδια η ζωή μας γύρω από τα παιδιά ουσιαστικά καλύτερη και αυταπόδεικτα πιο παραγωγική. Να επιστρατευτεί δηλαδή η αγάπη που είναι πάνω από νόμους και κανόνες. Να παγιωθεί στο DNA της κοινωνίας η αληθινή και άδολη φροντίδα και προστασία του παιδιού. Αυτή που φέρνει ευτυχισμένα παιδικά χαμόγελα και βουρκωμένα από χαρά τα μάτια των μεγάλων. Για αν μπορούμε να βλέπουμε το φως της ελπίδας για το μέλλον. Για να μην είναι η κληρονομιά της γενιάς μας η αβεβαιότητα και η ανασφάλεια.