Ο Ελληνισμός, χιλιάδες χρόνια τώρα, είναι υποχρεωμένος να αφιερώνει μεγάλο μέρος των εσόδων και των δραστηριοτήτων του στην άμυνα, εγκατεστημένος καθώς βρίσκεται σε μια ευλογημένη γεωγραφική περιοχή που, όντας πολυπόθητη, πλήττεται από αστάθεια έως αλλαγές συνόρων, κάθε αιώνα της καταγεγραμμένης ιστορίας.

Την υποχρέωση αυτή την έχουμε βιώσει επανειλημμένα καθ’ όλη τη διάρκεια της Μεταπολίτευσης, παρά τη μακρά συμμετοχή μας σε διεθνείς οργανισμούς, όπως το ΝΑΤΟ και η Ευρωπαϊκή Ένωση. Την βιώσαμε ακόμα και έναν χρόνο πριν, με τα γεγονότα στον Έβρο και στο Αιγαίο, που όλα δείχνουν ότι μπορεί ανά πάσα στιγμή να επαναληφθούν, ακόμα και κλιμακούμενα.

Η ισχυρή άμυνα εγγυάται την ειρήνη
Κανένας λογικός άνθρωπος δεν επιθυμεί τη σύγκρουση. Εμείς οι Έλληνες κάνουμε διαχρονικά ό,τι είναι δυνατόν για να διασφαλίσουμε την ηρεμία και τη σταθερότητα στην περιοχή μας. Επειδή όμως ο μόνος ρεαλιστικός τρόπος διασφάλισης της ειρήνης είναι η επαρκής αμυντική προετοιμασία, είμαι υπερήφανη που, ως Μέλος της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της Συμπολίτευσης, στηρίζω την προσπάθεια την οποία η Κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη και το αρμόδιο Υπουργείο Εθνικής Άμυνας, έχουν ξεκινήσει από το 2019, υλοποιώντας ένα εκτεταμένο πρόγραμμα ενίσχυσης της εθνικής αμυντικής ικανότητας – με απτά, ήδη, αποτελέσματα, παρόμοια με εκείνα που η Κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη είχε παράξει την περίοδο 1990-1993, ουσιαστικά αναγεννώντας τις Ένοπλες Δυνάμεις.

Με τον τρόπο αυτό, σε συνδυασμό και με την εξαιρετική δουλειά που γίνεται στον χώρο της εξωτερικής πολιτικής, η Ελλάδα αναδεικνύεται διεθνώς σε κορυφαίο παράγοντα σταθερότητας και ειρήνης στην Ανατολική Μεσόγειο.

Λαϊκή συμμετοχή, παλλαϊκή άμυνα
Η εμπειρία των προηγούμενων 15 ετών και ειδικά της οικονομικής κρίσης που προέκυψε μετά το 2009, δείχνει ότι, δυστυχώς, η δραστική περικοπή του προϋπολογισμού του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας αντιμετωπίζεται συχνά ως εύκολη λύση για την εξεύρεση πόρων, με αρνητική επίδραση στο αξιόμαχο των Ενόπλων Δυνάμεων.

Προς αποφυγή τέτοιων επικίνδυνων καταστάσεων, καθίσταται επίκαιρη η ανάγκη που έχει κατά καιρούς επισημανθεί από ειδικούς και μη του χώρου, για θέσπιση μόνιμων πόρων χρηματοδότησης του αμυντικού προϋπολογισμού. Με άλλα λόγια, η θεσμοθέτηση ειδικού Ταμείου Εθνικής Άμυνας, ως τρόπου άμεσης συμμετοχής στις αμυντικές δαπάνες, εν είδει παλλαϊκής άμυνας. Είναι μια πρόταση που, όπως επεσήμανε και ο υπουργός Εθνικής Άμυνας Νίκος Παναγιωτόπουλος, απαντώντας σε σχετική Επίκαιρη Ερώτηση που του απηύθηνα στη Βουλή, έχει ήδη εξαγγείλει ο Πρωθυπουργός.

Βεβαίως, υφίστανται ήδη ή ενεργοποιούνται σύντομα, απλούστεροι μηχανισμοί είσπραξης και αξιοποίησης δωρεών προς τις Ένοπλες Δυνάμεις, ενώ πολλές τέτοιες δωρεές, σε χρήματα ή είδος, έλαβαν χώρα τον τελευταίο χρόνο, πιστοποιώντας το υγιές ενδιαφέρον των Ελλήνων για την ασφάλεια της πατρίδας μας. Κάποιες από αυτές, όπως εκείνη του Αχαιού εθνικού ευεργέτη Ιάκωβου Τσούνη, έγιναν γνωστές, πολλές άλλες, όμως, μικρότερου ύψους αλλά εξίσου σημαντικές από ηθικής άποψης, προήλθαν από ανώνυμους πολίτες, αλλά και από εταιρείες που έσπευσαν να καλύψουν πιεστικές επιχειρησιακές ανάγκες.

Θέλουμε και πρέπει να διευκολύνουμε τη συμμετοχή όλων στην εθνική άμυνα και, σε αυτό το πνεύμα, κατέθεσα μερικές προτάσεις, στην Επίκαιρη Ερώτηση που έκανα στον υπουργό Εθνικής Άμυνας. Μπορούμε, για παράδειγμα, να συνδυάσουμε την ίδρυση ειδικού Ταμείου Εθνικής Άμυνας με διαρκή οικονομική εκστρατεία ενίσχυσής του από Έλληνες και φιλέλληνες παγκοσμίως, με έμφαση σε συγκεκριμένες ημερομηνίες, συμβολικά συνδεδεμένες με τις Ένοπλες Δυνάμεις, (π.χ. 25 Μαρτίου, 28 Οκτωβρίου, 15 Αυγούστου 21 Νοεμβρίου). Μπορούμε επίσης να καθιερώσουμε, όταν οι συνθήκες επιτρέψουν, τη χρήση τμήματος υπάρχουσας φορολογίας (π.χ. 1% από τον ΦΠΑ, ή μέρος των παγίων που αποδίδονται σε συγκεκριμένους οργανισμούς δημοσίου χαρακτήρα) για τη χρηματοδότηση αμυντικών δαπανών. Επιπλέον έσοδα, ίσως και τα μεγαλύτερα, θα υπάρξουν με ανάπτυξη της εθνικής αμυντικής βιομηχανίας.

Αμυντικές επενδύσεις και ανάπτυξη
Όπως εκτιμούν ειδικοί, η αποκατάσταση και διατήρηση της αποτρεπτικής ισχύος της Ελλάδας θα απαιτήσει πόρους που ίσως ανέλθουν σε δεκάδες δισεκατομμύρια Ευρώ τα επόμενα 10-20 χρόνια. Ανεξαρτήτως τελικού ποσού, οι αμυντικές επενδύσεις πρέπει να αξιοποιηθούν στην ανάπτυξη της εθνικής οικονομίας, κατά τα πρότυπα άλλων προηγμένων κρατών (π.χ. του Ισραήλ), το μοντέλο των οποίων μπορούμε να αξιοποιήσουμε, προσαρμοσμένο στα δικά μας δεδομένα.Στον σχεδιασμό αυτό πρέπει να ενταχθεί και το ήδη αποφασισθέν βιομηχανικό έργο μικρής ή μεγάλης κλίμακας, όπως η παραγωγή του νέου εθνικού τυφεκίου που πρόσφατα αποφασίσθηκε να ανατεθεί στο εργοστάσιο Αιγίου της εταιρείας «Ελληνικά Αμυντικά Συστήματα» (ΕΑΣ).

Γενικότερα, η έμπρακτη ενθάρρυνση της ανάπτυξης προϊόντων και εφαρμογών τεχνολογίας που μπορούν να χρησιμοποιηθούν τόσο για στρατιωτικούς, όσο και για πολιτικούς σκοπούς, θα συνεισφέρει καταλυτικά στην εξοικονόμηση πόρων, στην προσέλκυση επενδύσεων και στην ανάδειξη της Ελλάδας σε διεθνές κέντρο παραγωγής καινοτομίας. Θα δημιουργήσει πολλές και καλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας, ενισχύοντας τις ήδη υλοποιούμενες πολιτικές της κυβέρνησης για αναστροφή του brain drain. Θα συνεισφέρει, εν τέλει, τα μέγιστα στην ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας.

Είναι μια πρόκληση στην οποία πρέπει, ως κοινωνία και ως χώρα, να ανταποκριθούμε, υπερβαίνοντας ιδεοληψίες και λάθη του παρελθόντος. Ας το τολμήσουμε!